Το προφίλ του σύγχρονου προπονητή

578

Στη Ελλάδα, έχουμε μια παράδοση, σχετικά με την προπονητική, ιδιάζουσα θαρρώ, εξαιτίας ενός παλιού μοντέλου προπονητών, βασισμένο στην πρακτική εμπειρία αποκλειστικά, που κυριάρχησε για αρκετά χρόνια και σύμφωνα με το οποίο οι φωνές, η βωμολοχία και η αυστηρότητα προσφέρουν τα θεμιτά αποτελέσματα, που είναι η πειθαρχία και η νίκη.
Η φιλοσοφία του κάθε ανθρώπου αποτελείται από τα πιστεύω του και τις αρχές του, που τον καθοδηγούν στη ζωή του. Με ότι καταπιάνεται, η προσωπική του φιλοσοφία δοκιμάζεται και κατευθύνει σε μεγάλο βαθμό τις αποφάσεις του. Η προσωπική φιλοσοφία του καθενός, διαμορφώνεται σε πολύ μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον όπου μεγάλωσε και κυρίως από τον τρόπο που ανατράφηκε από τους γονείς του –πρώτιστα- και έπειτα από τους παιδαγωγούς/δασκάλους του. Εν προκειμένω, ένας μαθητής ή υποψήφιος προπονητής/εκπαιδευτής έλκεται από ένα άθλημα γιατί βρίσκει στη φιλοσοφία του κάτι οικείο ή κάτι που θα ήθελε να υιοθετήσει γιατί του αρέσει, του θυμίζει κάτι. Είναι όμως σημαντικό πάντα, όταν κάποιος ασπάζεται ένα αγώνισμα με συγκεκριμένη φιλοσοφία την οποία πρόκειται μάλιστα να διαδώσει και να την διδάξει, να γνωρίζει αν αυτή είναι συμβατή και με τις αρχές του κοινωνικού συνόλου. Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό η φιλοσοφία αυτή να είναι συμβατή με την δική του φιλοσοφία για τη ζωή, διαφορετικά θα έρθει πολλές φορές σε σύγκρουση με αυτό που πιστεύει και αυτό που πρέπει να διδάξει.
Η πιο σημαντική ερώτηση που πρέπει να κάνει στον εαυτό του ένας προπονητής, είναι γιατί θέλει να διδάξει. Στη συνέχεια, να «διαλογιστεί» πάνω σε κάποια ερωτήματα: ποιοι είναι οι στόχοι του, πώς βλέπει τον εαυτό σου σε αυτόν το ρόλο και τι αξία έχει στη ζωή του αυτός ο ρόλος. Οι απαντήσεις δεν είναι πάντα εύκολες, γιατί επικαλύπτονται με το τι θα ήθελε να είναι ή να κάνει κανείς, αλλά όχι με την πραγματικότητα.
Συνήθως, περιχαρακωνόμαστε από τρεις εαυτούς: τον ιδανικό, τον δημόσιο και τον αληθινό μας εαυτό. Ο πρώτος αντιπροσωπεύει αυτό που θα ήθελε να είναι κανείς και τι θεωρεί σωστό ή λάθος. Ο δεύτερος αντιπροσωπεύει την εικόνα που πιστεύει κανείς ότι έχουν οι άλλοι για τον ίδιο και επιθυμεί να είναι θετική, να τον σέβονται και να τον αγαπούν. Ο τρίτος εαυτός, ο αληθινός, είναι αυτός που πασχίζει κανείς να μάθει σχεδόν σε όλη του τη ζωή, μέσω αλληλεπίδρασης με άλλους ανθρώπους και με επικοινωνία μαζί τους. Αυτός ο εαυτός, είναι εκείνος που έρχεται σε σύγκρουση με τους άλλους, καθώς επιθυμίες και συναισθήματα δεν συνταυτίζονται πάντοτε με την ηθική του ιδανικού αλλά και δημόσιου εαυτού.
Είναι βασικό ένας προπονητής να μην θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο τον αθλητών του. Η αυτό-αποκάλυψη δημιουργεί προϋποθέσεις για εμπιστοσύνη και δέσμευση, πολύ πιο στέρεες από την επιβολή εξουσίας. Πολλοί προπονητές πιστεύουν ότι δεν πρέπει να αποκαλύπτονται στους αθλητές τους, γιατί έτσι θα εξαφανίσουν το μυστήριο που τυλίγει τη θέση τους. Πίσω από αυτή τη θέση, συνήθως κρύβεται ένας εαυτός με χαμηλή αυτοεκτίμηση και με το φόβο ότι πιθανώς ο αληθινός του εαυτός δε θα είναι αρεστός. Ο φόβος αυτός, είναι απόλυτα φυσιολογικός και διακατέχει σχεδόν όλους μας. Φυσικά, όταν λέμε αυτό-αποκάλυψη, δεν εννοούμε την αποκάλυψη του παρελθόντος μας. Αυτό-αποκάλυψη σημαίνει να μοιράζεται κανείς με τους αθλητές του τα συναισθήματα που βιώνει στις κοινές τους εμπειρίες και είναι πάντα ανάλογη με την περίσταση και τη σχέση που έχει μαζί τους. Σημαίνει, να παίρνει ρίσκα στη σχέση του μαζί τους και με τον τρόπο αυτό, να είναι αυθεντικός και ειλικρινής με τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και με εκείνους. Η αυθεντικότητα χτίζει στέρεες γέφυρες επικοινωνίας και βοηθά όλους να αναπτύξουν ψυχολογικές δεξιότητες, που με τη σειρά τους κάνουν λειτουργικότερες τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους.
Εκτός από την αυθεντικότητα μέσω της αυτό-αποκάλυψης, μια ύψιστη ψυχολογική δεξιότητα σε έναν προπονητή, λογίζεται η ικανότητα να επικοινωνεί αποτελεσματικά με τους αθλητές του. Ο προπονητής έχει την εξουσία να διευθύνει μια ομάδα, ωστόσο ο κίνδυνος ελλοχεύει όταν κάνει κατάχρηση. Πόσοι άραγε γνωρίζουν πως η «ηγεσία μετασχηματισμού», το να δίνει, δηλαδή, κανείς την εξουσία και στα άλλα μέλη της ομάδας είναι ένας άριστος τρόπος για να τα κινητοποιήσει ώστε να αισθάνονται χρήσιμα, να επιθυμούν να εκπαιδευτούν σε νέες δεξιότητες, να βελτιώσουν την απόδοσή τους, να οπλιστούν με μεγαλύτερη εσωτερική παρακίνηση και αφιέρωση στην ομάδα και τέλος, να νιώθουν ευχαριστημένα από τη συμμετοχή τους, να διασκεδάζουν και να βιώνουν ευχαρίστηση και χαρά.
Στο χώρο του αθλητισμού, η ενασχόληση έχει κυρίως δυο σκοπούς: τη νίκη (για τους αθλητές) και τη δυνατότητα να αναπτυχθεί κανείς σωματικά, ψυχικά και πνευματικά. Από τους σκοπούς ή στόχους αυτούς, αντλεί κανείς χαρά και μέλημα του προπονητή πρέπει να είναι πρώτα η χαρά του αθλητή και έπειτα η εκπλήρωση των στόχων. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει ο προπονητής να επιλέγει κάθε φορά, τι αξίζει να θυσιάσει για τη νίκη ή την ψυχο-πνευματική βελτίωση των αθλητών του: τη σωματική υγεία τους, την ηθική του «ευ αγωνίζεσθε», το προσωπικό του πάθος για ενίσχυση του εγώ; Πολλές φορές θα έρθει αντιμέτωπος με τη φιλοσοφία την προσανατολισμένη στη νίκη ή στον αθλητή και αν πρέπει οι αθλητές του να κερδίζουν για να νιώθει εκείνος επιτυχημένος ή αν του αρκεί η βελτίωση τους ως κριτήριο της επιτυχίας του. Πρόσφατα άκουσα από έναν ασκούμενο πως το σωματείο όπου ανήκε είχε τη φήμη του «χαμένου» γιατί δεν έδινε πολύ μεγάλη σημασία στη νίκη, αλλά στη χαρά της συμμετοχής και αναρωτήθηκα κατά πόσο όλοι εκείνοι που έκαναν αυτόν το χαρακτηρισμό συνδέουν οι ίδιοι την αξία τους ως άνθρωποι με τις νίκες και τις ήττες τους. Έπειτα, αναπόλησα το περιβάλλον αυτού του «χαμένου» σωματείου, τη χαρά που αντλούν οι αθλητές από την ανάπτυξή τους ως μέλη του και χαμογέλασα. Για να μην παρερμηνευτώ, δεν υποστηρίζω την αδιαφορία για τη νίκη, το αντίθετο, μιλώ για τη νίκη ως το επακόλουθο ενός καλού αγώνα. Το ίδιο ακριβώς ισχύει με το δίλλημα του προπονητή να βοηθήσει έναν αθλητή εις βάρος του συνόλου. Δεν είναι θεμιτό να αποφασίσει κανείς υπέρ του καλού του συνόλου;
Σε κάποιο άρθρο είχα διαβάσει, πως οφείλει κανείς να αφήνεται σε μια σχολή πολεμικών τεχνών, δείχνοντας σχεδόν τυφλή εμπιστοσύνη. Δυσκολεύομαι να συμφωνήσω. Ο δυτικός άνθρωπος έχει μεγάλη ανάγκη για τον έλεγχο της ζωής του και δεν έχει κανείς το δικαίωμα να του τον αρνηθεί παρά μονάχα αν τον παραχωρήσει οικειοθελώς, διαφορετικά υποβιβάζεται η αυτοαξία του ατόμου. Στην επιστήμη της ψυχολογίας έχει αποδειχτεί από ερευνητικά δεδομένα, πως όταν ο αθλητής έχει τον έλεγχο, τόσο η παρακίνηση όσο και η μάθηση αυξάνονται σημαντικά. Ταυτόχρονα, η παροχή ευκαιριών για υπευθυνότητα δεν οδηγεί στην κατάλυση της πειθαρχίας, γιατί αυτή θα γίνεται κάτω από την επιβολή ορίων, επιλογών και κανόνων και ύπαρξη αποδοχής.
Στον αθλητικό χώρο, ο προπονητής/εκπαιδευτής, θεωρείται και λίγο πολύ μέντορας. Δεν ξέρω αν ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να επωμιστεί έναν ρόλο μέντορα, ως προπονητής. Είναι πολύ δύσκολο να κατέχει κανείς τις δεξιότητες που απαιτεί αυτός ο ρόλος, τη στιγμή που το επάγγελμα του προπονητή καθιερώνεται ως αυτόνομο επάγγελμα, μόλις τα τελευταία χρόνια και το επίπεδο σπουδών βρίσκεται ακόμα σε ανάπτυξη. Ωστόσο, ένας προπονητής μπορεί να αποτελέσει έναν εμπνευστή για τους μαθητές του. Ο ρόλος του προπονητή, είναι να βοηθήσει τους αθλητές του να αναπτυχθούν προσφέροντας τις γνώσεις του, τις δεξιότητές του και μοιράζοντας τη δική του φιλοσοφία μαζί τους, χωρίς επιβολή, επιδιώκoντας το κοινό όφελος. Επίσης, καλό είναι να μπορεί να ξεχωρίζει και να σέβεται τη διαφορετικότητα του καθενός καθώς και τους στόχους του καθενός, δημιουργώντας χώρο φιλοξενίας για τον καθένα.
Συνοψίζοντας, θα έλεγα πως ένας προπονητής μπορεί να είναι ο εαυτός του, μπορεί να διδάσκει με ένα μοντέρνο τρόπο και μπορεί να συνθέσει το δικό του στυλ προσαρμόζοντάς το στη δική του φιλοσοφία. Αρκεί, να θέλει και να προσπαθεί να δουλέψει και με τον ίδιο του τον εαυτό, για να μπορεί να είναι κατά το πλείστον αυθεντικός στην επικοινωνία με τους άλλους.

ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΠΡΟΠΟΝΗΤΗ
της Σοφίας Ξυγαλά
(πτυχιούχος ΤΕΦΑΑ, σύμβουλος ψυχικής υγείας)
[email protected]